Φανή

Ένα τραγούδι για μια Φανή

( Ξέρω ότι υπάρχουν κορίτσια εκεί έξω, κορίτσια που το χάσαμε στην πορεία, κορίτσια που δεν έχουμε το κουράγιο να ανακαλύψουμε, girls on smoke and girls on weed, ακόμη και πουτάνες – όχι πουτάνες στην ψυχή, στο σώμα εννοώ – για τις οποίες θα μπορούσε να είναι αλλά αυτό ) το κείμενο είναι για τη Φανή (που δεν λέγεται Φανή) που είναι το ίδιο κορίτσι με τη Φανή του Καζούλη

Η απάντηση στην ερώτηση αν η σκέψη δημιούργησε τη γλώσσα ή αν η γλώσσα δημιούργησε τη σκέψη μου είναι πλήρως αδιάφορη. Είναι σαν να προσπαθώ να θυμηθώ αν a l origine έμαθα τα push ups βλέποντας την περίφημη σκηνή στο The Κόπανοι όπου ο Λεζές κάνει push ups με μια γυμνάστρια από κάτω ή αν τα έμαθα ακούγοντας το τραγούδι του Δάντη με την Πωλίνα. Ποτέ δεν υπήρξε γυναίκα από κάτω όπως ακριβώς ποτέ δεν υπήρξαν λέξεις πριν τη γυναίκα. Όχι λέξεις, ούτε καν μια Πνοή.

Δημιουργήθηκε από τα πλευρά.

Από τα φτερά, θα έλεγα, αν ο Αδάμ έκανε push ups στον Παράδεισο

(και αν έκανε άραγε τον είδε ο Δάντης στη Θεία Κωμωδία; Και αν τον είδε μήπως εν τέλει το δίδυμο Δάντης Πωλίνα δεν είναι τόσο τυχαίο όσο φανταζόμαστε αλλά μια ακόμη παράλληλη ευθεία από αυτές που ξεκίνησαν με τη Δημιουργία και προχωράνε μέχρι την ευτυχή στιγμή που ο Δάντης που έπλασε την Ιταλική θα συναντήσει τον Δάντη που έπλασε τα push ups σε ένα γυμναστήριο όπου τα push ups θα γίνονται με τη γλώσσα και από το οποίο θα λέιπουν όλα αυτά τα βδελύγματα της ερήμωσης; Μήπως η Κόλαση δεν είναι οι άλλοι αλλά το Γυμναστήριο; Μήπως τα Λατινικά δεν είναι νεκρή γλώσσα αλλά απλώς το εγκεφαλογράφημα φουσκωτών οι οποίοι έχοντας χάσει την ικανότητα να αρθρώσουν λόγο αρθρώνουν στήθη και κείτονται εν τέλει νεκροί στο Καθαρτήριο περιμένοντας να κριθούν για το γεγονός ότι στήνουν στις βιτρίνες τα σώματα τους για να σε εκνευρίζουν όποτε περνάς έξω από την Κόλαση του Γυμναστηρίου; )

Τελοσπάντων, εγώ δεν θέλω να μιλήσω εδώ ούτε για γυμναστηριακούς μπετόβλακες που θα έκαναν πιο επιτυχημένα πειραματόζωα από άμοιρα λαγουδάκια ούτε για τον εξαίρετο crossover τραγουδοποιό Χρήστο Δάντη που υπερέβη μόνος του τη γραμμή μεταξύ φαλάκρας και μακριού μαλλιού προσδίδοντας αμηχανία σε όσους προσπαθούν να τον χαρακτηρίσουν με βάση τις τρίχες που τραγουδάει ούτε για την Πωλίνα.

Προσπαθώ να βρω κάποιον τρόπο να μιλήσω για τη Φ.

Όχι ας αντικειμένο πόθου γιατί δεν υπήρξε τέτοιο

ίσως κάποιοι από εμάς να την ερωτευτήκανε αλλά η Φ δεν ήταν για έρωτες. Η Φ ήταν burning inside. Ήταν «ψυχάρα». Ο παρελθοντικός δεν είναι γιατί έπαθε κάτι, είναι γιατί η Φ όπως ήρθε έφυγε. Τριγυρίζει. Ελπίζουμε να είναι καλά.

Τη γνωρίσαμε σε ένα νησί. Ένα από αυτά τα σκατονήσια όπου τα σκατοσπερματοζώαρια και τα ωάρια κάνουν κάθε καλοκαίρι τα κόκαλα του Σοπενάουερ να τρίζουν καθώς αποδεικνύουν ότι η θεωρία του ζωικού μαγνητισμού υφίσταται και ενώνει σε μικρά σημεία, κατά προτίμηση κουκκίδες στο Αιγαίο, όταν οι μέρες γίνονται ζεστές. Quelle souffrance θα πει κάποιος, τότε γιατί πήγαινες ρε υποκριτή;

Αλλά ακόμη και οι υποκριτές είναι σπερματοζωάρια (αλλά δεν είναι όλα τα σπερματοζωάρια υποκριτές οπότε κάποιοι πραγμάτωναν και τη φύση τους ενώ εμείς απλώς κοιτάζαμε τους άλλους να κάνουν push ups και προσπαθούσαμε να μεθύσουμε με αυτό το κωλοΜαρτίνι, θου Κύριε).

Προσπαθούσα να βρω κάποιον τρόπο να μιλήσω για τη Φ, την οποία εξαρχής αδικώ με το να τη λέω Φ, γιατί σε καμία περίπτωση δεν υπήρξε μια καφκική περσόνα, ίσα ίσα αν τη γνώριζε ο Κ θα σταματούσε να πηγαίνει στα μπουρδέλα.

Οπότε, χάριν ποιητικής αδείας, και επειδή όταν τη γνωρίσαμε, για την ακρίβεια όταν αυτή μας γνώρισε, έξω από ένα φούρνο στη μέση του πουθενά, ακουγόταν η Φανή του Καζούλη, θα ονομάσω τη Φ Φανή. Όχι ότι τη λένε έτσι. Σε καμιά περίπτωση. Δεν τη λένε Φανή. Πόσες φορές να το πω ότι δεν τη λένε Φανή για να το καταλάβετε ότι δεν τη λένε Φανή;

Προσπαθούσα να βρω έναν τρόπο να μιλήσω για τη Φανή.

Δηλαδή ένα τραγούδι. Και δεν έβρισκα. Ενώ ήταν μπροστά μου. Τόσο καιρό.

Η Φανή ήταν η ousted possibility στη ζωή της. Ήταν το I could have been a contender. Η Φανή ήταν elegantly wasted.

Αλλά πολύ πιο σημαντικό από όσα ήταν η Φανή, ήταν το τι ΔΕΝ ήταν.

Η Φανή λοιπόν ΔΕΝ ήταν γκόμενα. Από αυτές τις μαλακισμένες που αν είχαν τη δυνατότητα θα πήγαιναν στο γυμναστήρια με γόβα για να βρουν με τα τακούνια τη θηλή του φουσκωτού σταχτοπούτου τους και να ανακαλύψουν αν αυτή προσαρμόζεται στο στιλέτο τους. Από τις ηλίθιες που κυκλοφορούν με μια τσάντα στο ένα χέρι και ένα κινητό στο άλλο και προσπαθούν να πιάσουν γραμμή με το καταναλωτικό τους ένστικτο για να βρουν επιτέλους το αγαθό εκείνο, σύμφωνα με τους ορισμούς της Πολιτικής Οικονομίας, το οποίο θα τους προσφέρει μια διαρκή ικανοποίηση χωρίς η χρησιμότητά του να μειωθεί μετά το μαγικό εκείνο δευτερόλεπτο της αγοράς και που ποτέ δεν θα μεταμορφωθεί από δονητή σε κολοκύθι.

Η Φανή ήταν Γυναίκα.

Από αυτές που ο Καζούλης θα μπορούσε να είχε γνωρίσει στη γραμμή Βικτώρια-Πειραιά.

Το θέμα είναι αν η Φανή του Καζούλη θα μπορούσε να είναι η δική μας Φανή. Με αυτό δε θέλω να πω ότι στον κόσμο η μοναδική Γυναίκα είναι η Φανή, αλίμονο. Με αυτό θέλω να πω αν πέρα από το τραγούδι θα μπορούσαμε να μοιραστούμε κάτι ακόμη, μια εμπειρία τελοσπάντων, με αυτόν που το έγραψε.

Θα μπορούσαμε;

Θα μπορούσα να βρω κάτω από τους στίχους του Καζούλη ένα κοινό υπόστρωμα, για να μοιραστούμε τη Φανή; Δεν το έβρισκα. Αλλά ήταν και αυτό μπροστά στα μάτια μου, απλώς δεν θυμόμουν, κοίταζα μόνο.

Εγώ δεν τη γνώρισα ΤΟΣΟ καλά τη Φανή για να είμαι σίγουρος. Για την ακρίβεια θα έλεγα ότι τη γνώρισα όσο τον Dylan που άκουγε ο Καζούλης. Οπότε δεν μπορώ να εκφέρω άποψη για όλες της τις ιδιότητές της αλλά μόνο για εκείνες που γνώρισα. Όπως π.χ. για το ότι η Φανή ήταν αρκετά μεγαλύτερή μας, «Ψυχάρα» όπως τη χαρακτήρισε κάποιος, και μας ακολουθούσε παντού, από το Μέμφις ως το Λυκαβηττό χωρίς να θέλει να μας πετάξει από κάτω – εγώ θα έμπαινα στον πειρασμό να το κάνω μόνο και μόνο για να τρομοκρατήσω αυτές τις φωτογραφικές που βλέπαμε εκεί πάνω με τους κωλογιαπωνέζους τους και να διαδώσουν στο σόι τους όταν γυρίσουν στην Αυτοκρατορική Δημοκρατία του Φότοσοπ ότι ο Λυκαβηττός είναι για τους Γιαπωνέζους ό,τι τα μπουζούκια για τα μεγάλα τζάκια, ένας εναλλακτικός χώρος αποτέφρωσης για όσους από αυτούς έχουν βαρεθεί την κόκα και θέλουν να πειραματιστούν με τις στάχτες μακριά από τα σαλέ.

Η Φανή δεν ήταν καμιά καταθλιπτική γκόμενα που έπρεπε να επισκέπτεται συνεδρίες κάθε τρεις και λίγο, ούτε καμία που ήθελε να φάει το γκόμενο της άλλης μόνο και μόνο για να αποδείξει ότι είναι καλύτερή της. Αυτά δεν υπήρχαν. Νομίζω γι’ αυτό τη γούσταρε και ο Καζούλης. Πότε θα γυρίσει εκείνη η εποχή back to the future που θα πρέπει ο Σ… ή ο Λ… ή ο Μ…, γνωστές προσωπικότητες του χουλιγκανισμού, να δίνουν παρουσία όχι στο αστυνομικό τμήμα αλλά στον ψυχολόγο της περιοχής δεν ξέρω, αλλά περιμένω πώς και πώς πανιά στο γήπεδο που αντί για το Totenkopf θα έχουν το Φρόυντ αναποδογυρισμένο και θα το καίνε οι οπαδοί της αντιπάλου έχοντάς το αρπάξει από τους αντίπαλους ανάλογα με το σε ποια σχολή ψυχολογίας υπάγονται τα αρχιχουλιγκάνια, τη Φροϋδική ή τη Γιουνγκιανή.

Πώς και πώς το περιμένω.

Αλλά μέχρι τότε, γυμναστήριο, μια ατμόσφαιρα αποστειρωμένη και παστεριωμένη σαν παιδική χαρά του πνεύματος.

Η Φανή δεν θα πήγαινε ποτέ γυμναστήριο. Το οποίο τώρα που το λέω μου φαίνεται ότι πολλές αντιλαμβάνονται ως γυμνηστήριο. Αλλά τι λέω και εγώ. Ο κομπλεξικός, ο αντιδραστικός. Πράγμα που τότε ευτυχώς η Φανή δεν υπήρξε ποτέ.

Όπως δεν υπήρξε ποτέ ειρωνική. Η ειρωνεία δεν είναι για τις «ψυχάρες». Είναι για κάτι μίζερους οι οποίοι δεν μπορούν να δουν πέρα από τη μύτη τους η οποία είναι αρκετά μεγάλη ώστε να μην τους επιτρέπει άλλωστε. Κοιτάζω τη μύτη του Καζούλη. Δεν είναι μεγάλη. Καμιά φορά η λύση βρίσκεται στον καθρέφτη όπως και το να αποδίδουμε χαρακτηριστικά μας στους άλλους.

Βασίλη, η Φανή δεν ήταν ποτέ ειρωνική. Ίσως να βλέπω μέσα στο τραγούδι σου την ίδια κοπέλα όπως εσύ μέσα σε εμάς. Μέσα από τις μύτες μας που προσαρμόζεις πάνω τους τον καθρέφτη σου για να δεις αν θολώνει. Ή αν είμαστε νεκροί.

Όπως και να έχει, και εσύ και εμείς βλέπουμε ως δι εσόπτρου εν αινιγμάτι. Βλέπουμε θολά και ας το λέμε ο ένας στον άλλο, εσύ σε εμάς, εμείς σε εσένα, ότι όσο και να το θέλουμε δεν πρόκειται να ξαναρθεί. Γιατί η Φανή δεν είναι γκόμενα, είναι Εποχή. Και εμείς αναμνήσεις της.

Οπότε;

Στέκομαι μπροστά στους στίχους προσπαθώντας να τους συνδέσω με τη Φανή σαν ένα συρμό ακόμη στην αμαξοστοιχία της μνήμης. Λυρισμός του 1,20, ισχύει για 70 λεπτά. Όλα αποτιμώνται σε φράγκα. Με μια κάρτα 30 ευρώ μπορείς να γυρίσεις όλη την Αθήνα με 0,50 λεπτά την ημέρα. Ψάξε ψάξε δε θα τη βρεις.

Αλλά για μια στιγμή

Κοίτα να δεις τι θυμήθηκα ξαφνικά.

Το θυμάσαι και εσύ που θα το διαβάσεις και ήσουν εκεί δίπλα όταν κάναμε παρέα με τη Φανή. Θυμάσαι που λέγαμε να ξεκινήσουμε από τον ηλεκτρικό σταθμό στην Κηφισιά, με τα πόδια και να πάμε βόλτα όλη την Αθήνα ακολουθώντας την πορεία του συρμού ως τον Πειραιά; Θυμάσαι, η Φανή ήταν μέσα. Όπως μέσα σε όλα.

Θα θυμάσαι βέβαια ότι δεν το κάναμε ποτέ.

Αυτό θυμάται λοιπόν και ο Καζούλης

Γραμμή Βικτώρια – Πειραιά. Εκεί ήθελε αυτός τότε.

Υποθέτω δεν πήγαν.

Το θέμα είναι να πειστούμε.

Ότι ήμαστε παράλληλες πορείες με τον Καζούλη στο συρμό της Φανής. Ότι όπως και τα Push ups του γυμναστηρίου, η Φανή δεν θα υποδείξει ποιος τη γνώρισε πρώτος, εμείς η ο Καζούλης. Ότι όσες λέξεις και αν χρησιμοποιήσουμε κανείς δεν πρόκειται ποτέ να μας πει αν οι λέξεις ή οι σκέψεις ήταν πίσω από τη Φανή ή αν η Φανή μας προκάλεσε τις σκέψεις ή τις λέξεις.

Words are very unnecessary

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s